Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαρύομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μαρτίαλις
Μαρτιανός
Μαρτινιανός
Μάρτιος
μαρτιχόρας
μαρτιχώρας
μάρτυρ
μαρτυρέω
μαρτύρημα
μαρτύρησις
μαρτυρητέον
μαρτυρητικός
μαρτυρία
μαρτυρίη
μαρτυρικός
μαρτύριον
μαρτυρογράφιον
μαρτύρομαι
μαρτυροποιέομαι
μαρτυροποιέω
μαρτυροποίημα
μαρτυροποίησις
μαρτυροποιΐα
μάρτυρος
μάρτυς
Μαρυανδεύς
μαρύεται
μαρυκάομαι
μαρύκημα
Μάρυλλος
μαρύομαι
μαρυπτόν
Μαρφαδάτης
μάρψει
Μάρων
Μαρώνεια
Μαρωνείτης
μαρώνη
Μαρωνίς
Μασαβάτης
Μασάδα
Μασαισύλιοι
Μασανάσσης
Μασανοί
μασάομαι
μάσασθαι
μασᾶσθαι
μάσδα
μάσδασνος
μασδός
μάσημα
Μάσης
μάσησις
μασητά
μασητήρ
μασητικός
μασθαλίς
μάσθλη
μάσθλημα
μάσθλης
μασθλήτινος
…
μαρύομαι
Save
Pape
μαρύομαι
, [ᾱ], dor. = μηρύομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}