Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μασχαλισμός
μασχαλισμός, mutilation
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαστρός
μάστρος
μαστροφός
μαστρύα
μαστρυλεῖον
μαστρυλλεῖον
μαστρύλλιον
μάστρυς
μαστρωπεία
μαστρωπός
μαστύς
Μαστώ
μαστώδης
μάστωρ
Μάστωρ
μασύντης
Μασυντίας
μασχαλάω
μασχαλέον
μασχάλη
μασχαλήττει
μασχαλήττω
μασχαλία
μασχαλιαία
μασχαλίζω
μασχάλινος
μασχάλιον
μασχάλιος
μασχαλίς
μασχαλίσματα
μασχαλισμός
μασχαλιστήρ
μασχαλόν
Μάσων
μάτα
ματᾴζω
ματαιάζω
ματαΐζω
ματαιοβαστάκτης
ματαιοβουλία
ματαιοεργία
ματαιόκομπος
ματαιοκοπία
ματαιολογέω
ματαιολογία
ματαιολόγος
ματαιολοιχός
ματαιομοχθέω
ματαιοποιέω
ματαιοποιός
ματαιοπονέω
ματαιοπόνημα
ματαιοπονία
ματαιοπόνος
ματαιοπραγέω
ματαιοπραγία
ματαιοπώγων
μάταιος
ματαιοσπουδέω
ματαιοσπουδία
ματαιόσπουδος
…
μασχαλισμός
Save
μασχαλισμός, mutilation
LSJ
μασχαλ-ισμός, ὁ,
mutilation,
S.
Fr.
623.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}