μαχαιρωτός
μαχαιρωτός, sabre-shaped
μᾰχαιρ-ωτός, ή, όν,
- sabre-shaped, πρίων Gal. 18(2).331, cf. Paul.Aeg. 6.62.
μαχαιρωτός, ή, όν [ᾰ] c. μαχαιριωτός, Gal.
Étym. μάχαιρα.
μαχαιρωτός, = μαχαιριωτός, Galen.