μεγιστόπολις
μεγιστόπολις, making cities greatest
μεγιστό-πολις, ι,
- making cities greatest or most blest, Ἁσυχία, μ. Δίκας θύγατερ Pi. P. 8.2.
μεγιστό·πολις, ις, ι, gén. ιος, att. εως, qui rend les cités puissantes, Pd. P. 8, 2.
Étym. μ. πόλις.
μεγιστόπολις, die Städte oder Staaten am größten machend, Δίκας μεγιστόπολι θύγατερ, Pind. P. 8.2, heißt die Ruhe, der Friede.
μεγιστόπολις f. adj.,
- 1who makes cities supremely great (v. Williger, Sprachl. Untersuchungen, 18) Ἡσυχία, Δίκας ὧ μεγιστόπολι θύγατερ P. 8.2
μεγιστόπολις
- making cities greatest, Pind.