μελίτινος
μελίτινος, made of honey
μελίτ-ῐνος [λῐ], η, ον,
- made of honey, τὸν πρὸς χάριν λόγον ἔφη μελιτίνην ἀγχόνην εἶναι Diog. ap. D.L. 6.51; στεφάνια POxy. 936.11 (iii A. D.).
μελίτινος, η, ον [ῐῐ] de miel, fig. Zénon (DL. 6, 51).
Étym. μέλι.
μελίτινος, = μελιτηρός ; Zeno nannte τὸ πρὸς χάριν λέγειν μελιτίνη ἀγχόνη, DL. 6.51.