μελιτήριος Save Bailly 2024 Pape μελιτήριος, α, ον [ῐ] c. le suiv. Ar. (Com. fr. 2, 1157) ; sel. Cobet μελιτηρόν. μελιτήριος, = μελιτηρός ; χυλός, Theophr.; ἄγγος, Ar. bei Poll. 10.94.