Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μελανόσαρκος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μελανοδοχεῖον
μελανοδόχον
μελανοειδής
μελανοείμων
μελανόεις
μελανόζυξ
μελανόθριξ
μελανοκάρδιος
μελανοκιοεργός
μελανόκολπος
μελανοκόμης
μελανόκωλος
μελανόμαλλος
μελανόμματος
μελανόν
μελανονεκυείμων
μελανονεκυοείμων
μελανονεφής
μελανόομαι
μελανοπλόκαμος
μελανοποιός
μελανόπους
μελανόπτερος
μελανοπτέρυξ
μελανόπωλος
μελανορράβδωτος
μελανόρριζον
μελανόρριζος
μελανός
μέλανος
μελανόσαρκος
μελανοσπαλάκισσα
μελανόσπερμον
μελάνοσσος
μελανόστεος
μελανόστερνος
μελανόστερφος
μελανόστικτος
μελανόστολος
μελάνοστος
μελανοσυρμαῖος
μελανοσώματος
μελανοτειχής
μελανότης
μελανουργός
μελανουρίς
μελάνουρος
μελανόφαιος
μελανόφθαλμος
μελανόφλεψ
μελανοφορέω
μελανοφόρος
μελάνοφρυς
μελανόφρων
μελανόφυλλος
μελανόχλωρος
μελανόχροος
μελανόχρως
μελανόω
μέλανσις
μελάνσπερμον
…
μελανόσαρκος
Save
Pape
μελανόσαρκος
,
mit schwarzem Fleische
,
f.l.
für μαλακόσαρκος, Ath. VIII.320c.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}