μελανοείμων Save LSJ Pape μελᾰνο-είμων, ον, gen. ονος, = μελανείμων, Hp. Insomn. 92 (v.l. μελανείμ-), Vett.Val. 2.5. μελανοείμων, ον, = μελανείμων, Hipp.