μελλίχιος Save LSJ Bailly 2024 μελλίχ-ιος, Aeol. for μειλίχιος, dub. cj. in Sapph. 100. μελλίχιος, α, ον [ῐχ] éol. c. μειλίχιος, Sapph. fr. 100 Bgk.