μενεκράτης
μενεκράτης, abiding in strength
μενε-κράτης [ᾰ], ες,
- abiding in strength, στῦλος Dionys.Trag. 12.
μενε·κράτης, ης, ες [ᾰ] fort et résistant, Dionys. (Ath. 98d).
Étym. μ. κράτος.
μενεκράτης, ὁ, nannte Dionys. die Säule, ὅτι μένει καὶ κρατεῖ, Ath. III.98c.