About Report a problem

Menu

μεταρυσμόω

μεταρυσμόω (ῥυσμός Ion.,
  • = ῥυθμός), = μεταρρυθμόω, ἡ διδαχὴ μεταρυσμοῖ τὸν ἄνθρωπον Democr. 33.

Saved

Recent