μηλοφορία
μηλοφορία, office of the μηλοφόροι
μηλο-φορία, ἡ,
- office of the μηλοφόροι, Clearch. 5.
μηλοφορία, ας (ἡ) fonction de mèlophore, Cléarq. (Ath. 514d).
Étym. μηλοφόρος.
μηλοφορία, ἡ, das Apfeltragen, das Amt eines μηλοφόρος, Ath. XII.514d.