μητρικός
μητρικός, of a mother
μητρικός, ή, όν,
- of a mother, τιμή Arist. EN 1165a27; κτῆσις Poll. 3.11; [χρυσοῦς] τύπος μ. πρὸς ξύλῳ Inscr.Délos 399B 142 (ii B.C.); τὰ μ. PStrassb. 122.4 (ii A.D.); μέρη πατρικὰ καὶ μ. BGU 302.20 (ii A.D.); μ. τόπος a region of the zodiac, Vett.Val. 101.8. Adv. -κῶς D.H. Rh. 9.4.
μητρικός, ή, όν, de mère, maternel, Arstt. Nic. 9, 2, 8.
Étym. μήτηρ.
μητρικός, mütterlich ; κτῆσις, Poll. 3.11 ; τιμή, Arist. eth. 9.2.
• Adv., μητρικῶς παραμυθεῖσθαι, Dion.Hal. rhet. 9.3.
• Adv., μητρικῶς παραμυθεῖσθαι, Dion.Hal. rhet. 9.3.
μητρικός, ή, όν
- of a mother, Lat. maternus, Arist.