Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοναξία
μοναξία, solitariness
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μομφά
μομφή
μόμφις
μόμφος
μονάγκων
μοναγρία
μονάγριον
μόναγρος
μοναδελφία
μονάδην
μοναδιαῖος
μοναδικός
μοναδικῶς
μοναδισμός
μοναδιστί
μοναδόν
μονάζω
μοναθλία
μόναιπος
Μοναίσης
μονάκανθος
μοναλκής
μονάλυσις
μοναμπυκία
μονάμπυκος
μονάμπυξ
μονανδρέω
μονανδρία
μόνανδρος
μονάξ
μοναξία
μόναπος
μονάριος
μοναρταβία
μοναρχεία
μοναρχέω
μονάρχης
μοναρχία
μονάρχια
μοναρχικός
μοναρχικῶς
μόναρχος
μονάς
μονασμός
μοναστηριακός
μοναστήριον
μοναστήριος
μοναστής
μοναστικός
μοναστραβής
μονάστρια
μονάτωρ
μοναυλέω
μοναυλία
μοναυλικός
μοναύλιον
μοναύλιος
μόναυλος
μοναχῇ
μοναχή
μοναχῆ
…
μοναξία
Save
μοναξία, solitariness
LSJ
μοναξία, ἡ,
solitariness,
Sch.
E.
Hec.
1017,
Eust.
22.12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}