μορφάεις
μορφάεις, handsome
μορφάεις, v. μορφήεις.
μορφᾱεις
- 1handsome σθένει τʼ ἔκπαγλος, ἰδεῖν τε μορφάεις (Ceporinus: μορφάες(ς)ʼ codd.) I. 7.22