μοσχάριον
μοσχάριον, little calf
μοσχ-άριον, τό, Dim. of μόσχος (B),
- little calf, PSI 6.600.4 (iii B. C.), LXX Ge. 18.7, al., Arr. Epict. 3.22.6.
μοσχάριον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de μόσχος, Spt. Gen. 18, 7, 8 ; Lev. 9, 2, etc.
μοσχάριον, τό, dim. von μόσχος, Kälbchen, VLL.