μόσχιος
μόσχ-ιος, α, ον, (μόσχος B)
- of a calf, θρίξ E. El. 811 codd.; κρέας PLond. 3.1159.20 (ii A. D.).
μόσχιος, α, ον, c. μόσχειος, Eur. El. 811.
Étym. μόσχος.
μόσχιος, = μόσχειος, μοσχίαν τρίχα τεμών, Eur. El. 811.
μόσχιος, α, ον
μόσχοs2
= μόσχειος, Eur.