μουνώψ Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands μουνώψ, v. μονώψ. μοῦρκορ· μυχός (Lacon.), Hsch. μούρρινα, τά, and μουρρίνη, ἡ, v. μόρρια. μουν·ώψ, v. μονώψ. μουνώψ Ion. voor μονώψ.