Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μουσήλιον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μουνώψ
Μουργίσκη
Μουρήνας
Μοῦρκος
Μουρρήνας
μουρρίνη
μούρρινος
μούρσινος
Μουρυχίδης
Μοῦσα
μοῦσα
Μουσαγέτας
Μουσαγέτης
μουσαῖος
Μουσαῖος
Μουσαϊσταί
μούσαξ
μουσάριον
Μουσάριον
Μούσαρχος
μούσαρχος
Μουσᾶς
Μουσεῖον
μουσεῖον
Μούσειος
μούσειος
μουσειόω
μουσείωσις
μουσηγετέω
Μουσηγέτης
μουσήλιον
Μουσήλιος
μουσιάζω
μουσιάριος
μουσίδδει
μουσίδδω
μουσίζω
μουσικά
μουσικεύομαι
μουσική
Μουσίκιος
μουσικός
μουσικτάς
μουσικῶς
μουσίσδω
μούσμων
μουσόδομος
μουσοδόνημα
μουσοεργός
μουσοκερατίδαι
μουσοκόλαξ
μουσοληπτέομαι
μουσόληπτος
μουσομανέω
μουσομανής
μουσομανία
μουσόμαντις
μουσομάντις
μουσομήτωρ
μουσοπαλαιολύμας
μουσοπάταγος
…
μουσήλιον
Save
Bailly 2024
μουσ·ήλιον,
ου
(
τὸ
)
sorte de plante,
Aét.
10, 59
.
Étym.
μοῦσα, ἥλιος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}