μυθόομαι
μῡθόομαι,
- = μυθέομαι I, A. Ag. 1368 codd. (leg. θυμοῦσθαι).
μυθόομαι, [ῡ], = μυθέομαι ; σάφʼ εἰδότας χρὴ τῶνδε μυθοῦσθαι πέρι, Aesch. Ag. 1368.
μυθόομαι
μῡθόομαι,
= μυθέομαι I., Aesch.