Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μυρίως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μυρίος
μυριόσταχυς
μυριοστημόριον
μυριοστός
μυριοστύς
μυριοταγός
μυριοτευχής
μυριότης
μυριότιμος
μυριότρητος
μυριοτρόπος
μυριοτρόπως
μυριοτρόφος
μυριόφθαλμος
μυριόφιλος
μυριοφόρος
μυριόφορτος
μυριόφυλλον
μυριόφυλλος
μυριόφυλος
μυριόφωνος
μυριοχαύνη
μυρίπνοος
μυρίπνους
μυρίς
μύρισμα
μυρισμός
μυριστικός
μυριώνυμος
μυριωπός
μυρίως
Μυρκίνιος
Μύρκινος
μύρκος
μύρμαι
μύρμαξ
μύρμη
μυρμηδών
μυρμηκάνθρωποι
μυρμήκειον
μυρμήκειος
μυρμηκιά
μυρμήκια
μυρμηκία
μυρμηκίαι
μυρμηκίας
μυρμηκίας λίθος
μυρμηκίασις
μυρμηκιασμός
μυρμηκιάω
Μυρμηκίδης
μυρμηκίζω
μυρμήκιον
Μυρμήκιον
μυρμηκίτης
μυρμηκίτης λίθος
μυρμηκῖτις
μυρμηκόβιος
μυρμηκοειδής
μυρμηκολέων
μυρμηκοτρώγλη
…
μυρίως
Save
Bailly 2024
μυρίως
[
ῡ
]
adv.
en quantité innombrable,
A. Tr.
Étym.
μυρίος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}