μυριστικός
μυριστικός, fragrant
μῠρ-ιστικός, ή, όν,
- fragrant, κάρυον Aët. 1.131: μυριστικά, τά, Cat.Cod.Astr. 5(3).89.
μυριστικός, ή, όν [ῠ] odorant, Aét. 1, p. 9 b, 89.
Étym. μυρίζω.
μυριστικός, zum Salben gehörig, geschickt (?).