Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νεκύα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νεκροφορεῖον
νεκροφορέω
νεκροφόριον
νεκροφόρος
νεκρόφρων
νεκροφύλαξ
νεκρόχρως
νεκρόψυχος
νεκρόω
νεκρώδης
νέκρωμα
νεκρών
νεκρώσιμα
νεκρώσιμος
νέκρωσις
νεκρωτικός
Νεκτάναβις
νέκταρ
νεκτάρας
νεκτάρεος
νεκτάρθη
νεκτάριον
νεκτάριος
νεκταρίτης
νεκταρίτης οἶνος
νεκταριώδης
νεκταροειδής
νεκταροσταγής
νεκταροῦσιν
νεκταρώδης
νεκύα
νεκυαγωγή
νεκυαγωγός
νεκυάμβατος
νεκυδαίμων
νεκύδαλος
νεκυδόν
νεκυηγός
νεκυηδόν
νεκυηπόλος
νέκυια
νεκυία
νεκυϊκός
νεκυϊσμός
νεκυοαγωγή
νεκυοδαίμων
νεκυομαντεία
νεκυομαντεῖον
νεκυομαντήϊον
νεκυομαντικός
νεκυόμαντις
νεκυοπομπός
νεκυοσσόος
νεκυοστόλος
νέκυς
νεκύσια
Νεκύσιος
νεκυσσόος
νεκυώριον
νεκύωρον
νεκυώτατον
…
νεκύα
Save
Pape
νεκύα
, ἡ, = νεκυία, Eust. 1171.21.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}