νυκτερίρεμβος Save LSJ Bailly 2024 νυκτερίρεμβος, v. νυκτίρεμβος. νυκτερί·ρεμβος, ου (ὁ, ἡ) [ῐ] qui erre la nuit, Ptol. Tetr. p. 161, 2. Étym. νύκτερος, ῥέμβω.