Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξιρίς
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξηροποιός
ξηροπόταμος
ξηροπυρία
ξηροπυρίτας
ξηροπυρίτης ἄρτος
ξηρός
ξηρόσαρκος
ξηροσμύρνη
ξηροτήγανον
ξηρότης
ξηροτριβέω
ξηροτριβία
ξηροτροφικόν
ξηροτροφικός
ξηροφαγέω
ξηροφαγία
ξηροφθαλμία
ξηρόφθαλμος
ξηρόφλοιος
ξηρόφορτον
ξηρόφρυκτον
ξηρόφωνος
ξηροχειμάρρους
ξηρώδης
ξήρωσις
ξῖ
ξίμβη
ξίμβρα
Ξιμήνη
ξιπομάκαιρα
ξιρίς
ξίρις
ξίφαι
ξιφείδιον
ξιφήν
ξιφήρης
ξιφηφορέω
ξιφηφορία
ξιφηφόρος
ξιφίας
ξιφίδιον
ξιφίζω
ξιφίνδα
ξίφιον
ξιφίον
ξίφιος
ξιφιός
ξίφισμα
ξιφισμός
ξιφιστήρ
ξιφιστής
ξιφιστύς
ξιφοδήλητος
ξιφοδρέπανον
ξιφοειδής
ξιφοθήκη
ξιφοκτονέω
ξιφοκτόνος
ξιφομάχαιρα
ξιφοποιός
ξίφος
…
ξιρίς
Save
LSJ
Pape
ξιρίς,
= ξυρίς,
Dsc.
4.22:—also
ξίρις
, v. ξυρίς.
ξιρίς
, ίδος, ἡ, = ξυρίς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}