Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξύλλομαι
ξύλλομαι, plunder
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυλάριον
ξυλάφιον
ξυλεία
ξυλεύομαι
ξυλεύς
ξυλεύω
ξυληβόρος
ξυληγέω
ξυληγία
ξυληγός
ξυλήριον
ξυληρός
ξυληφθόρος
ξυλήφιον
ξυλία
ξυλίζομαι
ξυλικός
ξύλινος
ξύλιον
ξυλισμός
ξυλιστής
ξυλίτης
ξυλίφιον
ξυλλ
ξυλλ-
ξυλλαγχάνω
ξυλλαμβάνω
ξυλλείομαι
ξύλληψις
ξυλλογίζω
ξύλλομαι
ξυλλυπέω
ξυλοβάλσαμον
ξυλόβολον
ξυλόγλυκον
ξυλογλύφος
ξυλογραφέομαι
ξυλογραφέω
ξυλοδωνίη
ξυλοειδής
ξυλοεργός
ξυλοθήκη
ξυλοκάνθηλα
ξυλοκανθήλια
ξυλοκάρπασον
ξυλοκάρυον
ξυλοκαρυόφυλλον
ξυλοκασία
ξυλοκασσία
ξυλοκαστέλλιον
ξυλοκατασκεύαστος
ξυλοκατάσκευος
ξυλοκέρατα
ξυλοκέρατον
ξυλόκερκος
Ξυλόκερκος
ξυλοκιννάμωμον
ξυλόκοκκα
ξυλόκοκκον
ξυλοκόλλα
ξυλοκοπέω
…
ξύλλομαι
Save
ξύλλομαι, plunder
LSJ
ξύλλομαι,
= συλάω,
plunder,
SIG
56.3 (Argos, v B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}