ξυλόκοκκον Save LSJ Bailly 2024 ξῠλό-κοκκον, τό, = κεράτιον II, Aët. 9.32. ξυλό·κοκκον, ου (τὸ) [ῠ] graine du caroubier, Orib. Étym. ξ. κόκκος.