οἰνοπόσιον Save LSJ Bailly 2024 Pape οἰνο-πόσιον, τό, = -ία, in form -πόσιν JHS 50.282 (Nicomedia). οἰνο·πόσιον, ου (τὸ) c. le préc. Philumène (Aét. 9, 3). οἰνοπόσιον, τό, = οἰνοποσία, Sp.