οὐρεσιφοίτης
οὐρεσῐ-φοίτης, ου, ὁ,
- mountain-haunting, AP 9.524.16, 525.16 codd., etc.:—fem. οὐρεσῐ-φοῖτις, ιδος, Orph. H. 1.8.
οὐρεσι·φοίτης, ου [ῐ] adj. m. qui fréquente les montagnes, ép. de Bacchus et d’Apollon, Anth. 9, 524, etc. (οὖρος 5, φοιτάω).
οὐρεσιφοίτης, ὁ, = οὐρεόφοιτος, so heißen Bacchus u. Apollo, Hymn. (IX.524, 525.16).
οὐρεσιφοίτης
οὐρεσι-φοίτης, ου, ὁ,
= οὐρεόφοιτος, Anth.