πίαλος Save LSJ Bailly 2024 Pape πίαλος, v.l. for σίαλος in Hp. Mul. 2.133; but, = παράλευκος, Hsch. πίαλος, ος, ον [ῑᾰ] gras, Hpc. 649, 42. Étym. πίων. πίαλος, = πιαλέος, Hipp.; aber nach Hesych. παράλευκος, weißlich.