πίλωσις Save LSJ Bailly 2024 Pape πῑλ-ωσις, εως, ἡ, v. πίλησις. πίλωσις, εως (ἡ) [πῑ] c. πίλησις, Th. C.P. 5, 8, 3. πίλωσις, ἡ, = πίλησις, Theophr. u. Sp., wie Plut.