Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιλῆσι
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πικρίδιος
πικρίζω
πικρίς
πικρόγαμος
πικρόγλωσσος
πικροθάνατος
πικρόθυμος
πικρόκαρπος
πικρολογία
πικρολόγος
πικρόλωτος
πικροποιός
πικρός
πικρότης
πικρόφυλλος
πικροχολία
πικρόχολος
πικρόω
πικρῶς
πικτίς
Πίκτονες
Πίκτωρ
πίλα
πιλάριον
Πιλάτος
Πιλᾶτος
πίλεος
πιλέω
πίλημα
πιλήσει
πιλῆσι
πίλησις
πιλητής
πιλητικός
πιλητός
πιλίδιον
πίλινος
πιλίον
πιλιπής
πιλίσκος
πιλλᾶτος
πίλναμαι
πιλνάω
πιλοειδής
πιλοποιέω
πιλοποιητικός
πιλοποιία
πιλοποιΐα
πιλοποιικός
πιλοποιϊκός
πιλοποιός
πιλός
πῖλος
πιλοφορέω
πιλοφορικός
πιλοφόρος
πιλόω
πιλώδης
Πίλωρος
πίλωσις
πιλωτάριος
…
πιλῆσι
Save
Grieks Nederlands
πιλῆσι
barb. voor
φιλήσει
, fut. act. 3. sing.
van
φιλέω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}