παλιγκοτία
παλιγκοτία, festering
πᾰλιγκοτ-ία, ἡ, = foreg., Hp. Art. 67 (pl.).
*παλιγκοτία, ion. παλιγκοτίη, ης (ἡ) [ᾰ] c. le préc. Hpc. Art. 830.
Étym. παλίγκοτος.
παλιγκοτία, ἡ, = παλιγκότησις, Hippocr., Galen.
παλιγκοτία, festering