Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παλιγκότως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παλέω
πάλη
παλή
πάλημα
παλημάτιον
Παλῆς
Παλθάνωρ
πάλι
παλίβλαστος
παλίβολος
παλιγγέλως
παλιγγενεσία
παλιγγενέσιος
παλιγγενής
παλιγγίγνομαι
παλίγγλωσσος
παλίγγναμπτος
παλίγγνωστος
παλιγγραφία
παλιγκαπηλεύω
παλιγκάπηλος
παλιγκινής
παλίγκλαστον
παλίγκλαστος
παλιγκλινής
παλιγκοταίνω
παλιγκοτέω
παλιγκότησις
παλιγκοτία
παλίγκοτος
παλιγκότως
παλίγκραιπνος
παλιγκρισία
παλίγκτησις
παλίγκτιστος
παλίγκυρτος
παλίγλωσσος
παλίγναμπτος
παλιδερκής
παλίδορκος
παλίδρομος
παλίζεσθαι
παλίζωος
παλικαμπής
Παλικάμπης
Παλική
Παλικοί
παλίλληπτος
παλιλλογέω
παλιλλογία
παλίλλογος
παλίλλυτος
παλιμβακχειακός
παλιμβάκχειος
παλιμβαλής
παλίμβαμος
παλίμβιος
παλιμβλαστής
παλίμβλαστος
παλιμβληθείς
Παλιμβόθρα
…
παλιγκότως
Save
Bailly 2024
παλιγκότως,
adv.
avec ressentiment,
Hdt.
4, 156
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}