παλιμπράτης
πᾰλιμ-πράτης [πρᾱ], ου, ὁ,
- = παλιγκάπηλος, Socr. Ep. 1.1.
παλιμ·πράτης, ου (ὁ) [ᾰᾱ] revendeur, ép. de Socrate, Socr. Ep. 1.
Étym. π. πιπράσκω.
παλιμπράτης, [ρᾱ], ὁ, = παλιγκάπηλος, epist. Socrat. 1a.