About Report a problem

Menu

παλιντροπάομαι

παλιντροπάομαι, return

πᾰλιν-τροπάομαι,
  • return, ἐπὶ νῆα -τροπάασθαι A.R. 4.165; ἂψ δὲ -τροπόωντο ib. 643.

Saved

Recent