πανίον
πᾱνίον, τό, Dor. for πηνίον. πάνιον, τό,
- = πλήσμιον, v. πάνια.
1 πανίον, v. πηνίον.
2 πανίον, ου (τὸ) morceau d’étoffe, lambeau, Orneosoph. i p. 544, 21 ; p. 555, 2.
Étym. lat. pannus.
πανίον, [ᾱ], τό, = πηνίον ; τὰ τροχαῖα πανία, Leon.Tar. 8 (VI.288).