Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παντογενής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παντεπόπτης
παντεποπτικός
παντεργέτης
παντερπής
πάντερπνος
παντευεργέτης
παντεύμορφος
Παντεύς
παντευχία
πάντευχος
παντέφορος
παντεχνήμων
παντεχνής
πάντεχνος
πάντῃ
πάντη
παντήκοος
παντιβόλος
Παντικαπαιεῖς
Παντικάπαιον
Παντικάπης
Παντίμαθοι
πάντιμος
πάντιν
Παντίτης
παντλάμων
παντλήμων
παντοβαρής
παντοβίης
παντογένεθλος
παντογενής
παντογήρως
παντογόνος
παντοδαής
παντοδαπάνητος
παντοδαπῇ
παντοδαπής
παντοδαπία
παντοδαπός
παντοδαπῶς
παντοδεχής
παντοδήλητος
παντοδίαιτος
παντοδίδακτος
παντοδότειρα
παντοδόχος
παντοδύναμος
παντοδυνάστης
παντοειδής
παντοεπής
παντοεργός
παντοέρκτης
παντοθαλής
πάντοθε
πάντοθεν
πάντοθι
παντοιάς
παντοῖος
παντοιότροπος
παντοίως
παντοκατάλληλος
…
παντογενής
Save
LSJ
παντο-γενής, ές,
=
foreg. [παντογένεθλος] I, Αἰών
Sotad.
15.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}