παντομισής
παντομισής, all-hateful
παντο-μῑσής, ές,
- all-hateful, A. Eu. 644.
παντο·μισής, ής, ές [ῑ] haï de tout le monde, Eschl. Eum. 644.
Étym. π. μισέω.
παντομισής, [ῑ], ές, allverhaßt ; κνώδαλα, Aesch. Eum. 614 ; Jos.
παντομισής
παντομῑσής, ές
μῖσος
- all-hateful, Aesch.