Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παντόλμιος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παντοειδής
παντοεπής
παντοεργός
παντοέρκτης
παντοθαλής
πάντοθε
πάντοθεν
πάντοθι
παντοιάς
παντοῖος
παντοιότροπος
παντοίως
παντοκατάλληλος
παντοκράντειραι
παντοκράτειρα
παντοκρατέω
παντοκρατήρ
παντοκρατής
παντοκρατορία
παντοκρατορικός
παντοκράτωρ
παντοκτίστης
παντολάβος
παντολέτειρα
παντολέτης
παντολέτωρ
Παντολέων
παντολιγοχρόνιος
παντολμία
παντολμίας
παντόλμιος
πάντολμος
παντολόγος
παντομάντειρα
παντομεταβόλος
παντομετάβολος
παντομιγής
παντόμιμος
παντομισής
παντόμορφος
παντομώμητος
παντόμωρος
παντονίκης
παντοπαθής
παντοπλανής
παντοποιός
παντοπόρος
παντοπράκτης
παντόπτας
παντόπτης
παντοπωλεῖον
παντοπωλέω
παντοπώλης
παντοπωλία
παντοπώλιον
παντόπωλις
παντοραίστης
παντορέκτης
πάντοσε
παντόσεμνος
παντόσοφος
…
παντόλμιος
Save
LSJ
παντόλμιος (sc.
τροχίσκος
), ὁ, name of a lozenge,
Paul.Aeg.
4.43, 7.12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}