Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράμειξις
παράμειξις, admixture
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παράλπιος
Παράλπιος
παραλυγίζω
παραλυκίζω
παραλυμαίνομαι
παραλυπέω
παραλύπησις
παράλυπρος
παράλυσις
παραλυτέον
παραλυτικός
παράλυτος
παραλυτρόομαι
παραλυτρόω
παραλύω
παράλωμα
παραμαίνομαι
παραμαξεύω
παραμαρμαίρω
παραμαρτάνω
παραμαρτυρία
παραμασήτης
παραμασύντης
παραμαχαιρίδιον
παραμάχαιρον
παραμβλύνω
παραμεθίημι
παραμείβομαι
παραμείβω
παραμείγνυμι
παράμειξις
παράμειψις
παραμελέω
παραμεμπτέον
παραμένιος
παραμένω
παράμερος
παραμεσάζω
παραμέση
παράμεσος
παραμετρέω
παραμέτρησις
παραμετρητής
παραμετρητικός
παραμεύομαι
παραμεύω
παραμηκέως
παραμήκης
παραμηκύνω
παραμήνας
παραμήξας
παραμήρια
παραμηριαῖος
παραμηρίδια
παραμηρίδιος
παραμήριον
παραμηχανάομαι
παραμίγνυμι
παραμιγνύω
παραμικρόν
παραμικτέον
…
παράμειξις
Save
παράμειξις, admixture
LSJ
παράμειξις, εως, ἡ,
admixture,
ἡδονῆς
Phld.
Mus.
p.72 K.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}