παραδειπνίς
παρα·δειπνίς, ίδος (ὁ, ἡ) parasite, Eub. 3, 269 Meineke.
Étym. π. δεῖπνον.
παραδειπνίς, ίδος, ὁ, = παράσιτος ; ἀλλοτρίων κτεάνων παραδειπνίδες, Eubul. bei Ath. III.113f ; Meineke vermutet παραδειπνίδαι ; auch παραδειπνῖδες akzent., vgl. Lobeck Phryn. 326.