παραλουργός
παρᾰλουργ-ός, όν,
- = παραλουργής I, χιτώνιον Plu. Gen.Socr. 2.583e.
παραλουργός, ός, όν [ᾰλ] c. le préc. Plut. M. 583e.
παραλουργός, = παραλουργής, ἱμάτιον, Plut. gen. Socr. 14.