παραπεφυλαγμένως
παραπεφυλαγμένως, cautiously, circumspectly
παραπεφῠλαγμένως, Adv., (παραφυλάττω)
- cautiously, circumspectly, Aps. p.314H., Aët. 12.23.
παραπεφυλαγμένως, cautiously, circumspectly