Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραπιτνάω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραπετάννυμαι
παραπετάννυμι
παραπέτασμα
παραπέτομαι
παραπεφυλαγμένως
παράπεψις
παράπηγμα
παραπήγνυμι
παραπηγνύω
παραπηδάω
παραπηκτέον
παραπηλωτός
παραπηρόομαι
παραπηρόω
παραπήχιον
παράπηχυ
παράπηχυς
παραπιέζω
παραπιέσις
παραπιεσμός
παραπικραίνω
παραπικρασμός
παράπικρος
παραπίμπλημι
παραπίμπραμαι
παραπίμπρημι
παραπιπράσκω
παραπίπτω
παραπιστεύω
Παραπίτα
παραπιτνάω
παραπλαγιάζω
παραπλαγιασμός
παραπλάγιος
παραπλάζω
παραπλανάομαι
παραπλανάω
παράπλασμα
παραπλασμός
παραπλάσσω
παράπλαστος
παράπλεγμα
παράπλειος
παραπλεκτέον
παραπλέκω
παραπλευρίδια
παραπλεύριος
παράπλευρος
παραπλευρόω
παραπλευστέος
παραπλέω
παραπληγία
παραπληγίη
παραπληγικός
παραπληγικῶς
παραπλήθω
παραπληκτεύομαι
παραπληκτίζω
παραπληκτικός
παράπληκτος
παραπλήξ
…
παραπιτνάω
Save
LSJ
παραπιτνάω,
= παραπετάννυμι,
Michel
832.20 (Samos, iv B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}