πατησμός
πατησμός, a treading on
πατ-ησμός, ὁ,
- treading on, trampling, εἱμάτων A. Ag. 963.
- II threshing of corn, PFlor. 388.7 (ii A. D.).
πατησμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. le préc. Eschl. Ag. 963.
πατησμός, ὁ, das Treten, Zertreten, εἱμάτων, Aesch. Ag. 963.
πατησμός
πᾰτησμός, οῦ, ὁ,
πατέω
- a treading on, εἱμάτων Aesch.