πεδήορος Save LSJ Bailly 2024 Pape πεδήορος, = πεδάορος, Nic. Th. 729. πεδ·ήορος, ος, ον, éol. c. μετήορος, Nic. Th. 729. πεδήορος, = πεδάορος, Nic. Ther. 729.