About Report a problem

Menu

πελείους

πελείους, old (Epirot word)

πελείους· Κῶοι καὶ οἱ Ἠπειρῶται τοὺς γέροντας καὶ τὰς πρεσβύτιδας, Hsch.; written πελίους and πελίας, and used as etym. of πέλεια II, Str. 7 Frr. 1,2.
      • 2 πέλειος, = lividus, Gloss.

Saved

Recent