πελεκοφόρος Save πελεκοφόρος, axe-bearer LSJ Bailly 2024 πελεκοφόρος, ὁ, axe-bearer, Arr. Alan. 21. πελεκο·φόρος, ου (ὁ) c. πελεκυφόρος, Arr. Alan. 21.