πεντηρικός Save πεντηρικός, quinquereme Bailly 2024 Pape πεντηρικός, ή, όν, c. le préc. Pol. 1, 59, 8, etc. πεντηρικός, ή, όν, = πεντήρης ; πλοῖον, σκάφος, Pol. 1.59.8, 3.41.2 u. öfter ; DS